Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

Μια... βόλτα στην Ερμού


Απλά, παίρνεις τους δρόμους και φτάνεις στο Σύνταγμα. Συνεχίζεις στην Ερμού και είναι Σάββατο πρωί. Κόσμος γύρω σου πολύς. Μιλούνια! Και ενώ τόσα χρόνια καταβάλεις απέλπιδες προσπάθειες να ξεφύγεις λίγο απ΄ το πλήθος, απ΄ τη μάζα, έρχεται η ώρα που νιώθεις τη μοναξιά της όποιας κορυφής επιλέγεις να σε πνίγει. Και ξαναγυρνάς εκεί, στην Ερμού, να γίνεις ένα με ’κείνο που απέφευγες μήπως νιώσεις πως ανήκεις κάπου ή πως δεν ανήκεις πουθενά! Δεν έχει σημασία· μόνο πως είσαι μαζί με πολλούς άλλους που δεν σε ξέρουν και κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση με σένα. Άλλωστε, όλοι προς κάποια κατεύθυνση κινούμαστε· ο τρόπος αλλάζει μόνο…
Και τότε, βλέπεις το ζευγαράκι που αγνοεί τους πάντες γύρω του να φιλιέται· όχι να φιλιέται, να κρέμεται ο ένας απ’ το στόμα του άλλου, να βρίσκεται σε μια κατάσταση που ξέχασες. Που δεν το κάνεις πια γιατί χάθηκε ό,τι έζησες κάποτε, στον… ερωτόμυλο. Όχι χάθηκε· άφησες να χαθεί· ούτε άφησες· αφήσατε να χαθεί. Εξανεμίστηκε χρόνια τώρα και ξέχασες κιόλας πως υπήρχε! Φωτογραφίες μόνο και βαλεντίνικες κάρτες κρυμμένες καλά – ξεχασμένες καλά – μαρτυρούν πως κάποτε υπήρχε…
Παίρνεις τα μάτια σου από πάνω τους – να μη σε πουν και αδιάκριτο – και συνεχίζεις τη βόλτα ανάμεσα στους μαύρους που πουλούν τα πάντα και σε καλούν να διαλέξεις· ανάμεσα στα αγάλματα που κινούνται προσεχτικά μη σπάσουν και ζητούν τον οβολό σου για να σε διασκεδάσουν για 1 λεπτό· ανάμεσα σε ζητιάνους και παραπληγικούς που βγάζουν βόλτα τη μιζέρια τους.
Τα βλέπεις όλα αυτά και σκέφτεσαι πώς τάχα να φαντάζει η δική σου όψη, βυθισμένη καθώς είναι στις σκέψεις της – στο είπε και ο καφετζής το πρωί καθώς πήγαινες στο γραφείο σου: «Σκεφτικός είσαι σήμερα, gero», και του απάντησες πως βλέπεις τα παπούτσια σου που είναι λερωμένα! – και τι να λένε όλοι αυτοί που σε κοιτάζουν να έχεις βγάλει βόλτα τη μοναξιά σου, τη δική σου μιζέρια;
Με το παλιομοδίτικο καφέ κοτλέ παντελόνι σου και το πουκάμισο και τα μποτάκια και το μαύρο πουπουλένιο μπουφάν και την τσάντα στον ώμο, μάλλον απαρατήρητος περνάς, κουβαλώντας τη δική σου μιζέρια που μπορεί να έχει χίλιους λόγους ύπαρξης αλλά τονίζεται ακόμα περισσότερο από την - φαινομενική μάλλον - ευδαιμονία των υπολοίπων «ταξιδιωτών» της Ερμού, που βγήκαν να χαζέψουν τις βιτρίνες και να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους.
Ποιες ανάγκες σου ικανοποίησες ποτέ; Πότε έκανες κάτι για σένα; Γιατί τα «θέλω» σου αλέστηκαν κι αυτά στον θελώμυλο;
Κι ύστερα συνεχίζεις. Δεν ψάχνεις απαντήσεις μα, να, έρχονται μόνες τους οι ανικανοποίητες ανάγκες – απρόσκλητες – για αρμένικη επίσκεψη… Και δεν παίρνουν από λόγια, ούτε καταλαβαίνουν τίποτα! Εκεί, μπάστακες…
Λίγο πιο κάτω, στη μάντρα της εκκλησίας καθισμένο ένα άλλο ζευγαράκι αγκαλιασμένο σφιχτά – αναπνέουν ή πέθαναν; - δε μιλούν καθόλου· μόνο φιλιούνται! Κι εσύ, που δεν έχεις χρόνο για τέτοια, στρίβεις το κεφάλι σου, σαν να ντρέπεσαι και φεύγεις. Χάσιμο χρόνου να κάθεσαι και να φιλιέσαι! Έμαθες πως ο χρόνος είναι χρήμα κι έστειλες τα φιλιά σου στον… φιλιόμυλο!
Έπειτα ανεβαίνεις. Το εισιτήριο ήταν ενιαίο και δεν πρέπει να αργήσεις! Άλλοι άνθρωποι τώρα κατεβαίνουν (πόσοι απ΄ αυτούς έχουν blog; Πιθανόν και να τους έχω διαβάσει…). Τους παρατηρείς καλά - το ζευγαράκι στη μάντρα είναι ακόμη εκεί – και διαπιστώνεις πως οι άντρες είναι όλοι ίδιοι· οι γυναίκες πάλι, είναι όλες αλλιώτικες! Στην teen ηλικία θαυμάζεις τη σπιρτάδα και τα γέλια τους που σε παρασέρνουν να γελάσεις κι εσύ. Δεν τους μιλάς, γιατί είσαι γέρος· μη τρομάξουν κιόλας τα παιδιά! Πάνω από τα είκοσι έχουν καταλάβει τα δυνατά τους όπλα και τον αντρικό τρόπο σκέψης και σοβαρεύουν, μη δείξουν πως είναι κι εύκολες. Η ματιά τους φευγαλέα και διερευνητική ταυτόχρονα, σε έχει γδύσει πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου (πώς το καταφέρνουν αυτό;)! Οι τριαντάρες θυμίζουν αγχόνη! Έτσι και με κοιτάξεις να ξέρεις πως θα μπλέξεις μαζί μου!
(Όχι, όχι, δε θέλω να μπλέξω· μια σκέψη έκανα μόνο…)
Η μπάντα του Δήμου παραταγμένη, με ωραίες στολές, δίνει την επαγγελματική μουσική νότα της ημέρας, ενάντια σ’ εκείνους που παίζουν διάφορα όργανα – όμορφα, δε λέω – και στέκεσαι να γαληνέψεις. Αλλά δεν έχεις άλλο χρόνο· το μετρό δεν περιμένει…
Γιατί, μόνο το μετρό δεν περιμένει; Πες μου κάτι σ’ αυτή τη ζωή που ξέρει να περιμένει. Ε; Πες μου… Και γιατί νιώθω πως κάποιος κρατάει γερά τον τροχό και δεν τον αφήνει να γυρίσει; Ε;
Μόνο εγώ περίμενα και περιμένω ακόμα… Ο ελπιδόμυλός μου θα περιμένει για πολύ ακόμα, γιατί έχω αποθέματα για κείνον…!

Δεν υπάρχουν σχόλια: