Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Ο Καλαμπούρης...

Ο Θοδωρής ατένιζε το πέλαγος απ’ την ψηλότερη κορυφή του νησιού. Άφησε τη ματιά του ελεύθερη να πετάξει πάνω απ’ όλα τα νησιά του Αιγαίου και να φτάσει στο χωριό του, το Παλαιοχώρι Καρδίτσας. Είδε το σπίτι του, το βιος και τα χωράφια του έτσι ακριβώς όπως τα άφησε. Είδε και τους γονείς του με τ' αδέλφια του να καταπιάνονται με τις καθημερινές ασχολίες και να τα καταφέρνουν χωρίς τη δική του βοήθεια. Είδε και το κορίτσι του, τον κρυφό του έρωτα, να τον περιμένει να γυρίσει καθισμένη στο κεφαλόσκαλο.
Κι άρχισε να μουρμουρίζει ένα παραπονιάρικο σκοπό της ξενιτειάς, που παίρνει τα παιδιά κι αφήνει σπίτια αδειανά κι ελπίζει να γυρίσει γρήγορα... Αχ! Και να'ταν η ματιά πουλί, ψηλά ν' ανέβει και να φύγει! Να αγκαλιάσει τους δικούς του, να φιλήσει το κορίτσι, να φάει σπιτικό φαΐ, να πέσει να πλαγιάσει...
Βαρούσε ο ήλιος δυνατά κι έκανε να σκουπίσει τον ιδρώτα! Ψέμα! Έκλαιγε ο Θοδωρής και δεν ήθελε να το παραδεχτεί! Ούτε ήθελε να τον δει κανείς! Πού ξανακούστηκε φαντάρος να βάλει τα κλάματα στη σκοπιά! Γύρισε δεξιά, με μέτωπο προς τη χαράδρα - «ουρλιαχτήριο» το λέγαν οι φαντάροι - κι έμπηξε τις φωνές. Ούρλιαξε με την ψυχή του τόσο δυνατά, που τρόμαξαν τα πουλιά κι αφήσαν τις φωλιές τους! Ούρλιαξε για την αδικία να βρίσκεται εκεί, σ' αφιλόξενο τόπο και να φυλάει ένα βουνό! Τι τον ένοιαζε; Δικό του ήταν;
Πολύ μακριά απ’ το κέντρο του νησιού, η μόνη του παρηγοριά ήταν να σκέφτεται το χωριό του και να κάνει όνειρα για το μέλλον. Φανταζόταν τη ζωή του μετά το θητεία του και σχεδίαζε την παραμικρή λεπτομέρεια. Στην αρχή θα ήταν λίγο δύσκολα μέχρι να βρει δουλειά. Σερβιτόρος ήταν πριν πάει φαντάρος και θα τον πάρουν πάλι όταν γυρίσει. Είναι ένα καλό ξεκίνημα. Έχει ποσοστά και φιλοδωρήματα! Ο πατέρας του, βέβαια, έχει κάποιες γνωριμίες και θα προσπαθήσει να μπει στο δημόσιο.
Στη συνέχεια σχεδίαζε το γάμο του στην κεντρική εκκλησία της Καρδίτσας, με πολλούς καλεσμένους και τρικούβερτο γλέντι ως τα ξημερώματα στο χωριό! Έβλεπε τον εαυτό του δίπλα στην αγαπημένη του και χαμογελούσε με τη σκέψη της και μόνο! Αυτοκίνητο, σπίτι, λεφτά, παιδιά - πολλά παιδιά - συμπλήρωναν την ευτυχία του και αν μπορούσατε τώρα να τον δείτε από μια μεριά, το πιο πιθανό είναι να κλονιζόταν η εμπιστοσύνη σας στον ελληνικό στρατό και σ' αυτούς που φυλάνε τα σύνορα της πατρίδας! Σε τέτοια ευδαιμονία βρισκόταν ο Θοδωρής όταν μια αγριοφωνάρα τον... προσγείωσε:
-Καλαμπούρηηης!
Ο Θοδωρής σαν να ξύπνησε από λήθαργο, έπιασε το όπλο του, συγκεντρώθηκε και απάντησε:
- Μάλιστα, κύριε Επιλοχία!
- Ήρθαν τα ώνια από το Τάγμα, νέους! Άσε τη σκοπιά και τράβα μαγειρείααα...!