Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2007

Ένα τσιγάρο...

Σαν άψυχη μαριονέτα, πεταμένη στη γωνιά από αγανακτισμένο χέρι, χωρίς να'χει τη δύναμη να ελέγξει τα χέρια και τα πόδια του, με μάτια κλειστά σαν να μην ήθελε να βλέπει πια αυτό τον κόσμο, είδα το γέροντα λυπημένο στο λιμάνι. Πλησίασα ν' ακουμπήσω, να νιώσω, να βοηθήσω. Είδα το στέρνο του ν' ανεβοκατεβαίνει. Ήταν ζωντανός! Είδα τα γυμνά του πόδια, βρόμικα, το'να δω, τ’άλλο κεί! Τα ρούχα του έμοιαζαν ένα με το σώμα του. Δεν τον ακούμπησα, μήπως τα σκίσω άθελά μου - και τι θα φόραγε μετά;
Αυτός ο γέροντας που κουβάλαγε μέσα του όλη την ιστορία της νεότερης Ελλάδας, που είδε πολέμους και γνώρισε τις μεγάλες πολιτικές αλλα­γές στη χώρα, τώρα κείτονταν εκεί πεσμένος, ξεχασμένος απ’ όλους, δίχως να περιμένει κάτι και δίχως όρεξη για άλλα όνειρα.
Κρατούσε στην αγκαλιά του ένα τετράδιο (ή καλύτερα κάτι που έμοιαζε με τετράδιο) μ' ένα στιλό πιασμένο στα φύλλα του.
Εκεί θα έχει την ιστορία του γραμμένη, σκέφτηκα- κι ήθελα πολύ να διαβάσω, να μάθω... Πλησίασα τόσο που άκουγα την ανάσα του.
- Γέροντα! Είσαι καλά;
- ………
Προσπάθησα πάλι, επιστρατεύοντας όλη μου την ευγένεια για να μην τον προσβάλλουν τα λόγια μου:
- Θέλεις κάτι; Μπορώ να σε βοηθήσω;
Μισάνοιξε τα μάτια του. Αμφιβάλλω αν κατάφερε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά μου. Κούνησε αργά το κεφάλι του, λες κι ήταν φορτωμένο χιλιά­δες κιλά. Το βλέμμα του, γεμάτο απορία και καχυποψία για τον ξένο που νοιάστηκε και του απηύθηνε το λόγο, περιπλανήθηκε στα βάθη της ψυχής μου αρκετή ώρα.
Και πάλι:
- Πες μου, τι χρειάζεσαι; Θα προσπαθήσω να κάνω ό,τι μου πεις!
Μαλλιά, μουστάκι και γένια με αγάπη αγκάλιαζαν και προστάτευαν το σκαμμένο πρόσωπό του από τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών. Ξεκά­θαρα, όμως, φαίνονταν οι ρυτίδες και τα σημάδια του χρόνου!
- Μίλα μου, γέροντα! Έφυγες απ' το σπίτι σου; Θέλεις ρούχα; Φαγητό; Φάρμακα; Τι ανάγκη έχεις; Πες μου...
Τίναξε πίσω το κεφάλι του, λες και τον έπεισαν τα λόγια μου να σπάσει τη σιωπή του. Σήκωσε το χέρι του με δυσκολία, έφερε τα δυο του δάχτυλα στο στόμα και τρίβοντάς τα μεταξύ τους ψέλλισε:
- Ένα τσιγάρο…(!)

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2007

Καλές Γιορτές σε όλους!

Ώρες έψαχνα να βώ έναν Άγιο Βασίλη για να οπτικοποιήσω τις ευχές μου. Τελικά βρήκα την... κόρη του! Ας είναι· δεν πειράζει! Υγεία, ευτυχία και... χρήμααα... σε όλους σας!
Και προσοχή στους δρόμους παιδιά! C U...

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2007

Καλό ταξίδι Γιώργο...

Ήρθε ο γιος μου απ’ το σχολείο. Με αγκάλιασε· «μπαμπά μου σ’ αγαπάω», μου είπε και με έσφιγγε. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι κάποια χοντρομα@@κία θα έκανε στο Λύκειο και δεν ξέρει πως να μου το πει. Τον ένιωσα να κλαίει και ανησύχησα.
«Τι έγινε, ρε;», τον ρώτησα.
«Πέθανε ο μπαμπάς του Χρύσανθου το βράδυ από ανακοπή».
Κόκκαλο εγώ. Από την πρώτη δημοτικού συμμαθητές τα παιδιά μας. Γνωριστήκαμε και συμμετείχαμε σε όλες τις εκδηλώσεις του σχολείου. Μπήκαμε και στο σύλλογο γονέων και παλεύαμε για τα προβλήματα της μαθητικής κοινότητας. Άλλοτε συμφωνούσαμε, άλλοτε διαφωνούσαμε, ξέρετε πως γίνεται στους συλλόγους. Σε όλες τις μονοήμερες εκδρομές συμμετείχαμε, πίναμε, χορεύαμε, τραγουδούσαμε, περνάγαμε καλά. Συνεργαστήκαμε και επαγγελματικά για δύο χρόνια. Χθες συναντήθηκαν με τη γυναίκα μου στο σχολείο και τα λέγανε...
Ταράχτηκα! Ούτε 50 χρονών!
Καλό ταξίδι Γιώργο...

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

Έχεις απατήσει ποτέ;

Το καλύτερό μου είναι όταν έχουμε μαζευτεί ζευγάρια για ποτό, φαγητό ή σε γιορτές κλπ, να αιφνιδιάζω την παρέα με ερωτήσεις παρόμοιου τύπου και να ανάβουν τα αίματα. Γιατί - κακά τα ψέματα - δεν υπάρχει πιο ενδιαφέρον θέμα από αυτό των σχέσεων. Βέβαια, όλοι ξέρουν ότι είμαι το πειραχτήρι της παρέας και πάντα με κοιτάνε στα μάτια με αγωνία, περιμένοντας την ερώτηση που θα τους ξεκουνήσει από τη θέση τους. Φυσικά, συμμετέχουν όλοι γιατί ο τρόπος που διατυπώνω τις ερωτήσεις μου κάθε άλλο παρά προσβλητικός είναι και η κουβέντα που ακολουθεί είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Έτσι, έχω βρει - από παιδί ακόμα -τον τρόπο να είναι η παρέα σε εγρήγορση και να διασκεδάζει, γιατί δεν αφήνω να σοβαρέψει πολύ, πετώντας διάφορα χαριτωμένα πειράγματα για να μη σκοτωθούμε κιόλας!
Έτσι έγινε και χθες. Σε μια ανάλογη παρέα το βραδάκι, έριξα την παραπάνω ερώτηση και ξημερώσαμε! Απέφυγα - όπως και όλοι - τις «κακοτοπιές» και περάσαμε ευχάριστα την ώρα μας, χωρίς να νυστάζει κανείς! Σπόντες και μπηχτές από όλους και προς όλους ήταν καλύτερο και από Trivial Pursuit! (το τι έγινε μετά στο σπίτι του καθενός, δεν το έμαθα ακόμη!)
Και σκέφτηκα: Δεν ρίχνω την ίδια ερώτηση και στο blog να ανάψουν λίγο τα αίματα;
Βοηθάω κάθε... υποψήφιο postáκια: Σε κάθε περίπτωση και για ευνόητους λόγους ξεκίνα έτσι την απάντησή σου:
«Εγώ ποτέ! Ένας φίλος/η μου όμως... κλπ, κλπ...»
Άλλωστε κι εγώ κάπως έτσι θα ξεκινούσα...

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007

Έτσι θα καταντήσω...

Όταν τσακώνομαι με τη γυναίκα μου - ναι, ναι· μη σας φαίνεται περίεργο! 800 χρόνια είμαστε μαζί, τα μισά είμαστε τσακωμένοι! (ή μήπως περισσότερα; δεν θυμάμαι πια...) - βάζω και ακούω διάφορα παλιακά στενόχωρα τραγούδια της εποχής μου, για παρέα στον πόνο μου. Ενίοτε και κανένα ποτηράκι, σβηστά φώτα και κανένα κεράκι για ατμόσφαιρα!
Σας παρουσιάζω το αγαπημένο μου, που πολύ χάρηκα που το βρήκα! Το ακούω σήμερα όλη μέρα, παρ’ όλο που δεν είμαστε τσακωμένοι (ακόμα)!

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007

Το θηρίο


Ήρθα πάλι αντιμέτωπος με το «θηρίο». Πρόσω­πο με πρόσωπο! Έκανα να κουνηθώ μα, θυμήθη­κα το ντοκιμαντέρ για την καφέ αρκούδα: "μείνετε ακίνητοι... μη την εξαγριώσετε...”
Ανταλλάσσαμε ματιές κοφτερές, διερευνητικές· μάτια σπαθιά! Έτσι όπως κοιτά η κόμπρα, περι­μένοντας αποφασιστικά για το ακαριαίο, ακριβές και θανατηφόρο χτύπημά της - έτσι όπως την κοι­τάει - μαγεμένο - το υποψήφιο θύμα της.
Επικίνδυνος, πηγαίος και παράξενος ερωτισμός! Στιγμιαίος, απόλυτος, μοναδικός, αλλά και τελεσί­δικος.
Ποτέ δεν κοίταξα κανένα στα μάτια, τόσο επίμονα, φοβισμένα ταυτόχρονα και απειλητικά. Ματιά διεισδυτική, εξερευνητική. Η δίνη της κό­ρης με ρουφάει - βουτιά στα βάθη της ψυχής του. Πρωτόγνωρο ταξίδι - κάθε φορά - ατελεύτητο.
- Μη, μη με δαγκώσεις. Μη με αρπάξεις, άγριο θη­ρίο! Κι αμέσως: - Κάνε πέρα- φυλάξου!
Θέλει ο κυνηγός να κουραστεί για να πιάσει το θήραμα. Να κυνηγήσει. Να βρει μια αφορμή - μια κίνηση - έστω άμυνας - για ν’ αρχίσει το κυνήγι. Κανένα θηρίο δε σου ορμά αν δεν κινείσαι. Θέλει να σε πιάσει με προσπάθεια. Για να νιώσει νικητής και να καγχάσει μετά: «Σ’ έπιασα, σε τρώω...»
Θέλει να παίξει μαζί σου. Όπως η όρκα κάνει «μπάλα» τη φώκια που έπιασε και παίζει μαζί της ει­ρωνικά. Κι έπειτα, δαγκώνει. Ξεσκίζει σάρκες και φωνάζει.
Κι όπως ο πάνθηρας σε πλησιάζει σιγά - σιγά. Όταν τον αντιληφθείς, αρχίζει η αναμέτρηση. Εδώ σε θέλω! Μένεις ακίνητος τώρα; Μπορείς να παίξεις με την ψυχολογία του πάνθηρα; Μπορείς να φανείς ψύχραιμος εκείνη την ώρα;

Αυτά κουβεντιάζαμε. Εγώ κι Εκείνο. Και κοιταζό­μαστε κατάματα - σαν ένας μας να ήταν ο κυνηγός και ο άλλος το θήραμα! Ποιος ήταν τί, δεν ξέρω. Κανείς μας δεν έφευγε πρώτος. Κανείς δεν έκανε την πρώτη - έστω λαθεμένη - κίνηση. Κανείς δεν προκαλούσε την αντίδραση του άλλου. Σαν υπνω­τισμένοι από την «ξένη» παρουσία απέναντι μας. Από τη σκέψη της.
Προσπαθούσαμε να προβλέψουμε - λογικά σκεπτόμενοι - όχι την επόμενη κίνηση του «αντι­πάλου», αλλά την ενδεχόμενη σκέψη κίνησής του ως αντίδραση στη δική μας έκφραση τη συγκεκρι­μένη στιγμή, για να οργανώσουμε σωστά την επό­μενη δική μας σκέψη ενδεχόμενης αντίδρασης...
Θηρία ανήμερα! Λογικά συναισθήματα καθοδη­γούσαν την... ακινησία μας.
Κι έπειτα, μια φωνή:
-Δημήτρη...
Ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου ξαφνιασμένος. Ο «αντίπαλος» άλλαξε - σχεδόν εξαφανίστηκε. Μάλ­λον τρόμαξε - τον τρόμαξα. Τον έβλεπα πιο ήρεμο τώρα. Ίδιος εγώ!
- Στο μπάνιο· ξυρίζομαι...

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2007

Το κυριακάτικο πρόγραμμα...

Τις Κυριακές ο πατέρας ξύπναγε νωρίς. Θες από συνήθεια, θες επειδή έτσι τό ’θελε, σηκωνόταν και πήγαινε στην αγορά. Όλο και κάτι θα έφερνε γυρνώντας - πάντως, δεν γύριζε ποτέ με άδεια χέρια. Μα, κουλούρια θα έφερνε, γλυκά και άλλα φαγώσιμα - συνήθως ψάρια που του άρεσαν πολύ - καμιά φορά πρίζες και καλώδια και μπογιές για να βάψει το σπίτι, όλο και κάτι θα έβρισκε, που τις περισσό­τερες φορές γινόταν και το θέμα της ημέρας: «Έφερα κάτι ψάρια! Ζωντανά! Σπαρταράνε! Να, δεί­τε!» ή άλλοτε: «Πολλή κίνηση σήμερα στους δρόμους! Φάτε τώρα τις τυρόπιττες γιατί κρύωσαν ώ­σπου νά 'ρθω».
Πάντα όμως έφερνε στο σπίτι και δύο εφημερίδες. Μία πολιτική και μία αθλητική. Και έπαιρνε στα χέρια το γιο του τον πρωτότοκο και την ξεφύλλιζαν παρέα στο διθέσιο καναπέ του σαλονιού. Τί να καταλάβαινε ο μικρός; Γαλουχημένος από μωρό ακόμα στη συνήθεια αυτή δεν αντιδρούσε. Άλλω­στε, τι πιο γλυκό από την ασφαλή αγκαλιά του μπαμπά, όταν μάλιστα εκείνος όλη την εβδομάδα έλει­πε στη δουλειά και τις υποχρεώσεις του; Με καφέ και μπισκότα στο τραπεζάκι το επόμενο δίωρο ή­ταν το καλύτερο ραντεβού της εβδομάδας.
Μια συνήθεια που ποτέ δεν σταμάτησε. Γιατί, ενώ τα πρώτα χρόνια περνούσε το δίωρο περισσότε­ρο ανιαρά, επειδή ο μικρός απλά καθόταν στα πόδια του μπαμπά, αργότερα, όταν άρχισε να καταλα­βαίνει και να σχηματίζει άποψη, το διάβασμα της εφημερίδας έγινε πιο ενδιαφέρον. Ομηρικοί καυγά­δες και αντιρρήσεις για τα παιχνίδια, για τους προπονητές και τις επιλογές τους, για τους προέ­δρους και βεβαίως προγνωστικά για τους απογευματινούς αγώνες και όλες τις μεγάλες διοργανώ­σεις της εβδομάδας ξεσπούσαν ανάμεσα στο δίδυμο και πάντα κάθε Κυριακή, εκεί γύρω στις 11.00 με 13.00. Τα καλοκαίρια ειδικά αλλά και όταν η μητέρα δεν τους ήθελε μέσα στα πόδια της, κατέφευ­γαν στο καφενεδάκι της γειτονιάς ή σε καμιά καφετέρια όπου συγκεντρώνονταν και άλλοι ποδοσφαιρόφιλοι και τσακώνονταν όλοι μαζί αναλύοντας όλα τα αθλητικά θέματα της εβδομάδας που πέρασε και εκείνης που ερχόταν.
Ξαφνικά, οι φωνές της Κυριακής κόπηκαν. Στο σπίτι βασίλεψε μια ησυχία τραγική, κι όλες οι Κυρια­κές γίναν νωχελικές. Οι γείτονες παραξενεύτηκαν κι άρχισαν να ρωτούν. Τα καφενεία έριξαν τους τό­νους. Όχι πως το ήθελαν μα, να... έπρεπε! Ο πατέρας όμως, συνέχισε το κυριακάτικο πρόγραμμα του. Τίποτα δεν ήταν ικανό να τον σταματήσει. Μα, ΤΙΠΟΤΑ! Αγοράζει ακόμα την εφημερίδα, πάντα την ίδια ώρα και πάντα την Κυριακή και τη διαβάζει όλη στο γιο του. Απ' την αρχή ως το τέλος. Οι δυο τους μόνο! Αυτός κι εκείνος! Καθισμένος στο άψυχο μάρμαρο τον ενημερώνει κάθε εβδομάδα, με ήλιο, με βροχή κι απάντηση δεν παίρνει...